Όταν αναφερόμαστε στον όρο «μισθωτής» εννοούμε το άτομο / εταιρία που νοικιάζει έναν χώρο ο οποίος είναι ιδιοκτησία άλλου ατόμου, ο οποίος λέγεται «εκμισθωτής», είτε ως κατοικία είτε ως επαγγελματική στέγη. Ο χώρος αυτός ονομάζεται «μίσθιο» ενώ το ενοίκιο που συμφωνήθηκε ονομάζεται «μίσθωμα». Από την σχέση αυτή προκύπτουν και για τα δύο μέρη τόσο δικαιώματα όσο και υποχρεώσεις, κάποια από τα οποία ρυθμίζονται μόνο από τον νόμο και κάποια από τα οποία συμφωνούν ο εκμισθωτής με τον μισθωτή για το πώς θα ρυθμιστούν.

Όταν συνάπτεται μια μίσθωση το σύνηθες είναι να ζητά ο εκμισθωτής κάποια εγγύηση, δηλαδή 2 ή τρία μισθώματα προκαταβολικά τα οποία συνήθως επιστρέφονται στον μισθωτή με την λύση της μίσθωσης και εφόσον στο σπίτι δεν υπάρχουν φθορές η ζημίες τις οποίες θα πρέπει να αποκαταστήσει ο ιδιοκτήτης. Τονίζεται όμως ότι το να ζητηθεί εγγύηση δεν είναι απαραίτητο από τον νόμο και αυτό είναι κάτι το οποίο έχει καθιερωθεί στην πράξη και όχι νομοθετικά, άρα είναι δυνατόν τα μέρη να συμφωνήσουν να μην καταβληθεί καθόλου εγγύηση.

Η πρώτη και μια από τις βασικότερες υποχρεώσεις του μισθωτή είναι τα καταβάλλει στον εκμισθωτή το ενοίκιο που έχει συμφωνηθεί όταν, όποτε και όπου αυτό συμφωνήθηκε μεταξύ τους. Διευκρινίζεται ότι μίσθωμα μπορεί να αποτελέσουν τα χρήματα, το οποίο είναι και το σύνηθες, αλλά και άλλα αγαθά, δηλαδή πληρωμή σε είδος, ακόμη και η προσωπική εργασία του μισθωτή μπορεί να είναι στην διάθεση του εκμισθωτή αντί για χρήματα. Επίσης ο μισθωτής (ενοικιαστής) έχει εκ του νόμου απαίτηση από τον εκμισθωτή (ιδιοκτήτη) να διατηρεί ο τελευταίος την οικία σε κατάσταση κατάλληλη για τον σκοπό που έχει ενοικιαστεί, δηλαδή να επιβαρύνουν τον εκμισθωτή οι αναγκαίες και επωφελείς δαπάνες στο μίσθιο, ενώ ο μισθωτής ευθύνεται για τις συνήθεις δαπάνες από την χρήση του μισθίου. Στην περίπτωση που ο μισθωτής προβεί ο ίδιος σε τέτοιες δαπάνες οι οποίες επιβαρύνουν εκ του νόμου τον εκμισθωτή, τότε έχει το δικαίωμα να παρακρατεί από το ενοίκιο όποιο χρηματικό ποσό κατέβαλε ως αναγκαία δαπάνη (άρθρο 591 του Αστικού Κώδικα).

Στην περίπτωση ωστόσο που ο μισθωτής καθυστερεί τα μισθώματα ή γενικότερα παραβιάζει κάποιον όρο της μισθωτικής σχέσης τότε ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα να ζητήσει να τον εκδιώξει με το να ζητήσει δικαστικά την έκδοση «διαταγής απόδοσης μισθίου» με την οποία μπορεί να ζητήσει την απομάκρυνση του μισθωτή από το μίσθιο εντός είκοσι ημερών από την επίδοση της διαταγής αυτής με την βοήθεια της αστυνομικής αρχής και δικαστικού επιμελητή.

Ο μισθωτής από την πλευρά του έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής απόδοσης μισθίου σε περίπτωση που δικαιολογημένα δεν πρέπει να απομακρυνθεί από το μίσθιο και μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της αίτησής του δεν υποχρεούται να εγκαταλείψει την κατοικία του.

Εκτός από την βίαιη απομάκρυνσή του ο μισθωτής έχει το δικαίωμα να εγκαταλείψει το μίσθιο και πριν από την λήξη της μισθωτής σχέσης. Εάν αυτό γίνει, τότε οφείλει στον εκμισθωτή όλα τα ενοίκια που θα πλήρωνε μέχρι την λήξη της μισθωτικής σχέσης, ενώ αν ο εκμισθωτής μετά την απομάκρυνση του μισθωτή νοίκιασε το μίσθιο σε άλλον μισθωτή τότε ο μισθωτής δικαιούται να του αρνηθεί την καταβολή των υπολοίπων μισθωμάτων, αφού ο εκμισθωτής έχει ήδη επωφεληθεί από την νέα ενοικίαση του μισθίου.

Εμίρα Ζαϊμη Λάγια
Δικηγόρος Πειραιώς

© 2017 Emi Zaimi. Made by rainbyte.studio. Report a website issue here. v17.11.27

logo-footer